αιμορροΐδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιμορροΐδα αιμορροΐδες
γενική αιμορροΐδας αιμορροΐδων
αιτιατική αιμορροΐδα αιμορροΐδες
κλητική αιμορροΐδα αιμορροΐδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αιμορροΐδα < αρχαία ελληνική αἱμορροΐς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αιμορροΐδα θηλυκό

  1. εξόγκωμα στην περιοχή του δακτυλίου του πρωκτού που σχηματίζεται από διόγκωση των φλεβών της περιοχής, προκαλεί κνησμό και άλλες ενοχλήσεις και συχνά παρουσιάζει αιμορραγία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]