Μετάβαση στο περιεχόμενο

ακρυλικό

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακρυλικό τα ακρυλικά
      γενική του ακρυλικού των ακρυλικών
    αιτιατική το ακρυλικό τα ακρυλικά
     κλητική ακρυλικό ακρυλικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ακρυλικό ουδέτερο

  • που παράγεται από ακρυλικό οξύ (χημική οργανική ένωση ακόρεστων οξέων)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ακρυλικό