Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλεξιπτωτισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλεξιπτωτισμός οι αλεξιπτωτισμοί
      γενική του αλεξιπτωτισμού των αλεξιπτωτισμών
    αιτιατική τον αλεξιπτωτισμό τους αλεξιπτωτισμούς
     κλητική αλεξιπτωτισμέ αλεξιπτωτισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Επίδειξη αλεξιπτωτισμού, 2023

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλεξιπτωτισμός < λέξη της καθαρεύουσας ἀλεξιπτωτισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλεξιπτωτισμός αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]