αλκοολισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλκοολισμός αλκοολισμοί
γενική αλκοολισμού αλκοολισμών
αιτιατική αλκοολισμό αλκοολισμούς
κλητική αλκοολισμέ αλκοολισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλκοολισμός < αλκοόλ + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλκοολισμός αρσενικό

  1. η χρόνια νοσηρή εξάρτηση (πάθους) σε οινοπνευματώδη ή αλκοολούχα ποτά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]