αμινάλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμινάλη αμινάλες
γενική αμινάλης αμιναλών
αιτιατική αμινάλη αμινάλες
κλητική αμινάλη αμινάλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμινάλη < αγγλική aminal

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.'mi.na.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμινάλη θηλυκό

  • (χημεία) αζωτούχα οργανική χημική ένωση που φέρει στο μόριό ως χαρακτηριστική ομάδα δύο αμινομάδες που συνδέονται με το ίδιο άτομο άνθρακα και με μοριακό τύπο -C(NR2)(NR2)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]