αμπελουδάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμπελουδάκι αμπελουδάκια
γενική αμπελουδακιού αμπελουδακιών
αιτιατική αμπελουδάκι αμπελουδάκια
κλητική αμπελουδάκι αμπελουδάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμπελουδάκι < άμπελος -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμπελουδάκι ουδέτερο

  1. πολύ μικρό αμπέλι με ελάχιστες ρίζες (στη ναξιακή διάλεκτο αντί αμπελάκι)
  2. συνηθέστερα η πολύ μικρή καλλιέργεια αμπέλου σε αυλή, ή μικρό κήπο, ή παρακείμενο της οικίας χώρο με άλλη καλλιέργεια.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]