αναπληρωτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναπληρωτής αναπληρωτές
γενική αναπληρωτή αναπληρωτών
αιτιατική αναπληρωτή αναπληρωτές
κλητική αναπληρωτή αναπληρωτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπληρωτής < αναπληρώνω + -τής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναπληρωτής αρσενικό

  1. αυτός που αναπληρώνει ένα διοικητικό στέλεχος σε περίπτωση απουσίας του
    ο αναπληρωτής διευθυντής
  2. εκπαιδευτικός που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου (μερικών μηνών) προκειμένου να καλύψει λειτουργικά κενά σε σχολεία
  3. καθηγητής πανεπιστημίου, ανώτερος από τον επίκουρο και κατώτερος από τον καθηγητή πρώτης βαθμίδας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]