αξιοποίηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αξιοποίηση | οι | αξιοποιήσεις |
| γενική | της | αξιοποίησης* | των | αξιοποιήσεων |
| αιτιατική | την | αξιοποίηση | τις | αξιοποιήσεις |
| κλητική | αξιοποίηση | αξιοποιήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αξιοποιήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αξιοποίηση < αξιοποιώ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αξιοποίηση θηλυκό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αξιοποιώ, η εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που μου παρέχει κάτι, έτσι ώστε να φτάσει στο υψηλότερο σημείο της απόδοσής του
- ※ Στο Τμήμα Υδροοικονομίας υπάγονται οι αρμοδιότητες, που αφορούν κυρίως στην προστασία και τη διαχείριση υδάτων, όπως οι κατωτέρω: .. γ) Η έκδοση αποφάσεων του περιφερειάρχη για την επιβολή περιορισμών ή άλλων μέτρων για τη χρήση υδάτων και την εκτέλεση έργων αξιοποίησής τους. (Χρίστος Λαδιάς, Το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, 2023, σελ. 71)