απαιτητικότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απαιτητικότητα απαιτητικότητες
γενική απαιτητικότητας απαιτητικοτήτων
αιτιατική απαιτητικότητα απαιτητικότητες
κλητική απαιτητικότητα απαιτητικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαιτητικότητα < καθαρεύουσα απαιτητικότης < απαιτητικός + -ότης / -ότητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απαιτητικότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του απαιτητικού, αυτού που έχει μεγάλες απαιτήσεις (αυτού που δεν ικανοποιείται εύκολα ή ζητά συνέχεια κάτι με ενοχλητικό τρόπο ή ζητά πολλή φροντίδα, πόρους κλπ)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]