απολύμανση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απολύμανση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απολύμανση θηλυκό

  1. ο καθαρισμός ενός χώρου ή του σώματος ώστε να απομακρυνθούν οι νοσογόνοι μικροοργανισμοί
    τα συνεργεία του δήμου έκαναν απολύμανση στις δημοτικές τουαλέτες

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]