καθαρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καθαρισμός οι καθαρισμοί
      γενική του καθαρισμού των καθαρισμών
    αιτιατική τον καθαρισμό τους καθαρισμούς
     κλητική καθαρισμέ καθαρισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθαρισμός < καθαρίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθαρισμός αρσενικό

  1. η ενέργεια του καθαρίζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]