αποσκωριωτής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αποσκωριωτής οι αποσκωριωτές
      γενική του αποσκωριωτή των αποσκωριωτών
    αιτιατική τον αποσκωριωτή τους αποσκωριωτές
     κλητική αποσκωριωτή αποσκωριωτές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποσκωριωτής < απο- + σκωρία + -ωτής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποσκωριωτής αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]