αποσύρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποσύρω < αρχαία ελληνική ἀποσύρω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποσύρω, παρατ.: απέσυρα, στιγμ. μέλλ.: θα αποσύρω, αόρ.: απέσυρα , παθ.φωνή: αποσύρομαι , μτχ.π.π.: αποσυρμένος

  1. παίρνω πίσω
    Απέσυρε την πρόταση του.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]