ατμάμαξα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατμάμαξα ατμάμαξες
γενική ατμάμαξας ατμαμαξών
αιτιατική ατμάμαξα ατμάμαξες
κλητική ατμάμαξα ατμάμαξες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατμάμαξα < ατμός + άμαξα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ατμάμαξα θηλυκό

  1. ατμοκίνητη άμαξα, τα πρώτα αυτοκίνητα πριν την εφεύρεση της μηχανής εσωτερικής καύσης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]