Μετάβαση στο περιεχόμενο

αυτασφάλιση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυτασφάλιση οι αυτασφαλίσεις
      γενική της αυτασφάλισης* των αυτασφαλίσεων
    αιτιατική την αυτασφάλιση τις αυτασφαλίσεις
     κλητική αυτασφάλιση αυτασφαλίσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αυτασφαλίσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αυτασφάλιση < αυτ- + ασφάλιση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-insurance

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ftaˈsfa.li.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αυτασφάλιση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αυτασφάλιση θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]