αυτασφάλιση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτασφάλιση | οι | αυτασφαλίσεις |
| γενική | της | αυτασφάλισης* | των | αυτασφαλίσεων |
| αιτιατική | την | αυτασφάλιση | τις | αυτασφαλίσεις |
| κλητική | αυτασφάλιση | αυτασφαλίσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αυτασφαλίσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτασφάλιση < αυτ- + ασφάλιση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-insurance
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ftaˈsfa.li.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αυ‐τα‐σφά‐λι‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αυτασφάλιση θηλυκό
- η διαδικασία που κάνει κάποιος να ασφαλίσει ο ίδιος τον εαυτό του
- παλιότερη πολυτονική γραφή: αὐτασφάλιση
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτασφάλιση
Πηγές
[επεξεργασία]- αυτασφάλιση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αυτασφάλιση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αυτ- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)