αυτοκυριαρχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοκυριαρχία αυτοκυριαρχίες
γενική αυτοκυριαρχίας αυτοκυριαρχιών
αιτιατική αυτοκυριαρχία αυτοκυριαρχίες
κλητική αυτοκυριαρχία αυτοκυριαρχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυτοκυριαρχία < γερμανική Selbst-verwaltung (μεταφραστικό δάνειο)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1849.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αυτοκυριαρχία θηλυκό, χωρίς πληθυντικό

  • το να κυριαρχεί κάποιος στον εαυτό του, ο έλεγχος που ασκεί κάποιος στις αντιδράσεις ή στις πράξεις του, δαμάζοντας τα συναισθήματά του και τα πάθη του

32πχ Μεταφράσεις[]