αφέψηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αφέψηση οι αφεψήσεις
      γενική της αφέψησης
& αφεψήσεως
των αφεψήσεων
    αιτιατική την αφέψηση τις αφεψήσεις
     κλητική αφέψηση αφεψήσεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφέψηση < ελληνιστική κοινή ἀφέψησις < ἀφέψω (< ἀπό + ἕψω) (βράζω, «καθαρίζω με βρασμό»). Βλ. και αφέψημα. [1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

(η) αφέψηση θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.