αὐτονομία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αὐτονομία < αὐτονομέομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αὐτονομία θηλυκό

  1. η ανεξαρτησία, η διαβίωση με κανόνες και νόμους που δεν καθορίζονται από άλλους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]