Μετάβαση στο περιεχόμενο

βάμμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βάμμα τα βάμματα
      γενική του βάμματος των βαμμάτων
    αιτιατική το βάμμα τα βάμματα
     κλητική βάμμα βάμματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βάμμα < αρχαία ελληνική βάμμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βάμμα ουδέτερο

  • υψηλής συγκέντρωσης εκχύλισμα βοτάνων ή άλλου ευδιάλυτου υλικού σε αλκοολούχο διάλυμα
    βάμμα ιωδίου

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βάμμα < βάπτω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βάμμα

  • το υγρό στο οποίο βυθίζουμε κάτι