βάμμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βάμμα | τα | βάμματα |
| γενική | του | βάμματος | των | βαμμάτων |
| αιτιατική | το | βάμμα | τα | βάμματα |
| κλητική | βάμμα | βάμματα | ||
| Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βάμμα < αρχαία ελληνική βάμμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάμμα ουδέτερο
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βάμμα < βάπτω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάμμα
- το υγρό στο οποίο βυθίζουμε κάτι
Πηγές
[επεξεργασία]- βάμμα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βάμμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.