βηματοδότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βηματοδότης < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βηματοδότης αρσενικό

  • (ιατρική) συσκευή που εμφυτεύεται σε ασθενείς με αρρυθμίες και ρυθμίζει τον καρδιακό παλμό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]