βιντεοσκόπηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βιντεοσκόπηση οι βιντεοσκοπήσεις
      γενική της βιντεοσκόπησης
& βιντεοσκοπήσεως
των βιντεοσκοπήσεων
    αιτιατική τη βιντεοσκόπηση τις βιντεοσκοπήσεις
     κλητική βιντεοσκόπηση βιντεοσκοπήσεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιντεοσκόπηση < βιντεοσκοπώ < βίντεο + -ο- + -σκοπώ < αγγλική video < λατινική video < πρωτοϊταλικά *widēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *weyd- (βλέπω)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιντεοσκόπηση θηλυκό

Ταυτόσημο[επεξεργασία]

  • αλληλουχική οπτικογραφία, σειραϊκή οπτικογραφία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]