Μετάβαση στο περιεχόμενο

βοϊδόμυγα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βοϊδόμυγα οι βοϊδόμυγες
      γενική της βοϊδόμυγας των βοϊδόμυγων
    αιτιατική τη βοϊδόμυγα τις βοϊδόμυγες
     κλητική βοϊδόμυγα βοϊδόμυγες
Κατηγορία όπως «αρθρίτιδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βοϊδόμυγα < βόιδ(ι) + -ό- + μύγα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βοϊδόμυγα θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]