αλογόμυγα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλογόμυγα αλογόμυγες
γενική αλογόμυγας αλογόμυγων
αιτιατική αλογόμυγα αλογόμυγες
κλητική αλογόμυγα αλογόμυγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλογόμυγα < άλογο + μύγα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλογόμυγα θηλυκό

  1. (εντομολογία) χοντρή μύγα της οποίας το θηλυκό τρέφεται από το αίμα των ζώων
  2. (μεταφορικά) πολύ ενοχλητικός άνθρωπος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]