Μετάβαση στο περιεχόμενο

βρίζα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βρίζα οι βρίζες
      γενική της βρίζας των βριζών
    αιτιατική τη βρίζα τις βρίζες
     κλητική βρίζα βρίζες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βρίζα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή βρίζα < θρακική *briza (βρίζα, σίκαλη)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvɾi.za/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βρίζα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βρίζα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Ivan Vasiliev Duridanov, Die Sprache der Thraker (Η γλώσσα των θρακών)‎, εκδ. Hieronymus Verlag, 1985, σελ. 11.



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βρίζ αἱ βρίζαι
      γενική τῆς βρίζης τῶν βριζῶν
      δοτική τῇ βρίζ ταῖς βρίζαις
    αιτιατική τὴν βρίζᾰν τὰς βρίζᾱς
     κλητική ! βρίζ βρίζαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βρίζ
γεν-δοτ τοῖν  βρίζαιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
βρίζα < θρακική *briza (βρίζα, σίκαλη)[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βρίζα, -ης θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βρίζα θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Ivan Vasiliev Duridanov, Die Sprache der Thraker (Η γλώσσα των θρακών)‎, εκδ. Hieronymus Verlag, 1985, σελ. 11.