Μετάβαση στο περιεχόμενο

βρεσίδι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βρεσίδι τα βρεσίδια
      γενική του βρεσιδιού των βρεσιδιών
    αιτιατική το βρεσίδι τα βρεσίδια
     κλητική βρεσίδι βρεσίδια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βρεσίδι < αρχαία ελληνική εὔρεσις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βρεσίδι ουδέτερο

  1. ό,τι βρίσκει κάποιος (τυχαία)
  2. τα βρεσίδια: (ειρωνικό) οι ψείρες

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]