γαστρεντερολόγος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαστρεντερολόγος γαστρεντερολόγοι
γενική γαστρεντερολόγου γαστρεντερολόγων
αιτιατική γαστρεντερολόγο γαστρεντερολόγους
κλητική γαστρεντερολόγε γαστρεντερολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαστρεντερολόγος < γαστρεντερολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαστρεντερολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ιατρική): γιατρός με ειδικότητα την γαστρεντερολογία, που ασχολείται με τις παθήσεις της κοιλιάς και των εντέρων, γενικότερα του πεπτικού συτήματος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]