γδάρσιμο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γδάρσιμο γδαρσίματα
γενική γδαρσίματος γδαρσιμάτων
αιτιατική γδάρσιμο γδαρσίματα
κλητική γδάρσιμο γδαρσίματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γδάρσιμο < γδέρνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɣðaɾ.si.mɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γδάρσιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια με την οποία γδέρνω, η αφαίρεση του δέρματος ενός ζώου
  2. σχετικά μικρή σε έκταση λύση της συνέχειας του δέρματος από τραυματισμό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]