Μετάβαση στο περιεχόμενο

γενειάς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική γενειάς αἱ γενειάδες
      γενική τῆς γενειάδος τῶν γενειάδων
      δοτική τῇ γενειάδ ταῖς γενειάσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν γενειάδ τὰς γενειάδᾰς
     κλητική ! γενειάς γενειάδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γενειάδε
γεν-δοτ τοῖν  γενειάδοιν
Με βραχύ άλφα στο θέμα -άς, -άδος.
3η κλίση, Κατηγορία 'δεκάς' όπως «δεκάς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γενειάς < γένειον + -άς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γενειάς, -άδος θηλυκό

  1. η γενειάδα
     συνώνυμα:  πώγων
  2. (στον πληθυντικό) τα μάγουλα
  3. (ανατομία) η γνάθος του αλόγου
  4. (ιατρική) επίδεσμος για τη γνάθο