γιαγκίνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική το γιαγκίνι
      γενική
    αιτιατική το γιαγκίνι
     κλητική γιαγκίνι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιαγκίνι < τουρκική yangın

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γιαγκίνι ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  1. (κυριολεκτικά) (παρωχημένο) πυρκαγιά
    σαν της Σμύρνης το γιαγκίνι / στο ντουνιά δεν έχει γίνει (παραδοσιακό τραγούδι)
  2. (μεταφορικά) (παρωχημένο) έντονο ερωτικό πάθος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]