γιατάκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | γιατάκι | τα | γιατάκια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | γιατάκι | τα | γιατάκια |
| κλητική | γιατάκι | γιατάκια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γιατάκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική yatak + -ι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γιατάκι ουδέτερο
- κρεβάτι, κατάλυμα, το οίκημα όπου μένει κάποιος
- ※ Σου λέω σ'κώθηκα απ' το γιατάκι και πήγα στο χωράφι και ξεβοτάνισα. Αλλά το 'κανα αράθυμος και βαρύς, ανόρεχτος, σα σκλάβος που τον έριξαν στανικά σε καταναγκασμό. (Θωμάς Ψύρρας, Άρτιο κατά παρέκκλιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γιατάκι
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ι (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)