γκρουπιέρισσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γκρουπιέρισσα < γκρουπιέρ(ης) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɡɾuˈpi̯e.ɾi.sa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γκου‐πιέ‐ρισ‐σα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γκρουπιέρισσα θηλυκό
- (επάγγελμα, προφορικό) άλλη μορφή του κρουπιέρισσα
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη γκρουπ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γκρουπιέρισσα
|
Πηγές
[επεξεργασία]- γκουρπιέρης, γκρουπιέρισσα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ισσα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)