γλωσσαμύντωρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλωσσαμύντωρ < γλώσσα + άμυνα (αυτός που αμύνεται για λογαριασμό της γλώσσας, του γλωσσικού ζητήματος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλωσσαμύντωρ ή γλωσσαμύντορας αρσενικό

  1. λόγιος όρος, περισσότερο με ειρωνικό χαρακτήρα που χρησιμοποιήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα στη Αθήνα. Με αυτό τον όρο «γλωσσαμύντορες» οι λόγιοι της εποχής εκείνης χαρακτήριζαν τους προμάχους της αρχαΐζουσας καθαρεύουσας.

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Εκείνοι πάλι αποκαλούσαν τους ακραίους αντιπάλους τους "Μαλλιαρούς", από όπου και προήλθε επίσης ο όρος "Μαλλιαρή δημοτική".

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]