δαυλί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δαυλί δαυλιά
γενική δαυλιού δαυλιών
αιτιατική δαυλί δαυλιά
κλητική δαυλί δαυλιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δαυλί < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δαυλί ουδέτερο

  1. δάδα, δαυλός
  2. το αποτέλεσμα της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: "καζίκι"
    "Πήγα σε μια κουρά και έγινα δαύλι τση μεθιάς"


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]