διάλειψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάλειψη < αρχαία ελληνική διάλειψις < διαλείπω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάλειψη θηλυκό

  1. η κατά διαστήματα διακοπή της κανονικής λειτουργίας (πχ συστήματος επικοινωνίας, συσκευής, οργάνου του σώματος)
    η μνήμη μου τώρα τελευταία παθαίνει κάτι διαλείψεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]