δουλοπάροικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δουλοπάροικος δουλοπάροικοι
γενική δουλοπαροίκου
& δουλοπάροικου
δουλοπαροίκων
& δουλοπάροικων
αιτιατική δουλοπάροικο δουλοπαροίκους
& δουλοπάροικους
κλητική δουλοπάροικε δουλοπάροικοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δουλοπάροικος, λόγια λέξη < δούλος + πάροικος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δουλοπάροικος αρσενικό

  1. ακτήμονας καλλιεργητής κατά το Μεσαίωνα που ήταν εξαρτημένος από τη γη που καλλιεργούσε και δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από αυτήν· διέφερε από τον δούλο κατά το ότι δεν αποτελούσε ο ίδιος προσωπικά ιδιοκτησία ενός άλλου ανθρώπου, αλλά αν πουλιόταν η γη που καλλιεργούσε, μεταβιβαζόταν μαζί της και αυτός στον νέο κύριο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]