δωρίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δωρίζω < μεσαιωνική ελληνική δωρίζω < αρχαία ελληνική δῶρον + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δωρίζω (παθητική φωνή: δωρίζομαι)

  1. κάνω δώρο
    συνώνυμα: χαρίζω
  2. κάνω μια δωρεά

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δωρίζω < Δωρίς / Δωριεύς + -ίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δωρίζω

  1. μιμούμαι τους Δωριείς στον τρόπο ζωής
  2. μιλάω όπως οι Δωριείς, μιλάω τη δωρική γλώσσα