Δωριεύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική Δωριεύς Δωρι Δωριεῖς
Γενική Δωριέως Δωριέοιν Δωριέων
Δοτική Δωριεῖ Δωριέοιν Δωριεῦσι(ν)
Αιτιατική Δωριέα Δωρι Δωριέας
Κλητική Δωριε Δωρι Δωριεῖς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Δωριεύς < Δῶρος, γιος του Ἕλληνα + -εύς • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Δωριεύς αρσενικό

  1. (πατριδωνυμικό) που ανήκει στη φυλή των Δωριέων
  2. ανδρικό όνομα
    Δωριεύς Ῥόδιος τὸ δεύτερον ἐνίκα (Θουκυδ. Ιστ. 3.8.2.1)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]