εκλεκτισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκλεκτισμός εκλεκτισμοί
γενική εκλεκτισμού εκλεκτισμών
αιτιατική εκλεκτισμό εκλεκτισμούς
κλητική εκλεκτισμέ εκλεκτισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκλεκτισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική eclecticism < eclectic < αρχαία ελληνική ἐκλεκτικός < ἐκλεκτός < ἐκλέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκλεκτισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφία) η επιλογή των εκλκτότερων (φιλοσοφικών, επιστημονικών ή άλλων) απόψεων ή θέσεων και ο συγκερασμός τους σ’ ένα νέο σύστημα
  2. (τέχνη) η επιλογή στοιχείων, τάσεων ή ρυθμών παλαιότερες και η χρησιμοποίησή τους σε νέα έργα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]