εκλεκτός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | εκλεκτός | η | εκλεκτή | το | εκλεκτό |
| γενική | του | εκλεκτού | της | εκλεκτής | του | εκλεκτού |
| αιτιατική | τον | εκλεκτό | την | εκλεκτή | το | εκλεκτό |
| κλητική | εκλεκτέ | εκλεκτή | εκλεκτό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | εκλεκτοί | οι | εκλεκτές | τα | εκλεκτά |
| γενική | των | εκλεκτών | των | εκλεκτών | των | εκλεκτών |
| αιτιατική | τους | εκλεκτούς | τις | εκλεκτές | τα | εκλεκτά |
| κλητική | εκλεκτοί | εκλεκτές | εκλεκτά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εκλεκτός < αρχαία ελληνική ἐκλεκτός < ἐκλέγω < ἐκ + λέγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leǵ-
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.kleˈktos/
Επίθετο
[επεξεργασία]εκλεκτός, -ή, -ό
- που τον έχουμε επιλέξει ανάμεσα σ’ άλλους ως σημαντικό και ξεχωριστό
- ※ ποτέ οι πωλήσεις των βιβλίων μου δεν ξεπερνούσαν το φράγμα της πρώτης, άντε το πολύ της δεύτερης έκδοσης. «Μη στενοχωριέσαι. Είναι γιατί είσαι ιδιαίτερος συγγραφέας. Σε διαβάζουν λίγοι αλλά εκλεκτοί ... » Με τέτοια με παρηγορούσε ο μπαγάσας. Ήταν από τους δυο τρεις που έβγαινα για ποτό και που εμπιστευόμουν τα χειρόγραφα να ακούσω τη γνώμη τους. (Κώστας Ακριβός, Γάλα Μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
|
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)