ενσάρκωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενσάρκωση ενσαρκώσεις
γενική ενσάρκωσης
& ενσαρκώσεως
ενσαρκώσεων
αιτιατική ενσάρκωση ενσαρκώσεις
κλητική ενσάρκωση ενσαρκώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενσάρκωση < αρχαία ελληνική ἐνσάρκωσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενσάρκωση θηλυκό

  1. το να αποκτά κάτι άυλο σάρκα και οστά
    η ενσάρκωση του θείου
    η ψυχή περιφέρεται μέχρι την επόμενη ενσάρκωσή της
  2. η εμφάνιση σε έναν άνθρωπο ορισμένων χαρακτηριστικών κατά τρόπο παραδειγματικό
    ο ποιητής πλάθει τη μορφή του ιππότη ως την ενσάρκωση όλων των ιδεωδών του ρομαντισμού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]