ενσυναίσθημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ενσυναίσθημα τα ενσυναισθήματα
      γενική του ενσυναισθήματος των ενσυναισθημάτων
    αιτιατική το ενσυναίσθημα τα ενσυναισθήματα
     κλητική ενσυναίσθημα ενσυναισθήματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενσυναίσθημα < εν- + συναίσθημα ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Einfühlung)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενσυναίσθημα[1] [2] ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. , λήμμα: ενσυναίσθηση
  2. «ενσυναίσθημα» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.