ενσυναίσθηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενσυναίσθηση ενσυναισθήσεις
γενική ενσυναίσθησης
& ενσυναισθήσεως
ενσυναισθήσεων
αιτιατική ενσυναίσθηση ενσυναισθήσεις
κλητική ενσυναίσθηση ενσυναισθήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενσυναίσθηση < εν + συναίσθηση ((μεταφραστικό δάνειο) (γερμανικά) Einfühlung

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενσυναίσθηση θηλυκό

  1. η ταύτιση με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου ατόμου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]