εξοδολόγιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξοδολόγιο εξοδολόγια
γενική εξοδολογίου
& εξοδολόγιου
εξοδολογίων
& εξοδολόγιων
αιτιατική εξοδολόγιο εξοδολόγια
κλητική εξοδολόγιο εξοδολόγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξοδολόγιο < εξοδ(ο) + -ο- + -λόγιο • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξοδολόγιο

  1. κατάλογος όπου είναι αρχειοθετημένα όλα τα έξοδα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]