επιθεωρήτρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- επιθεωρήτρια < επιθεωρητής + -τρια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]επιθεωρήτρια θηλυκό
- (επάγγελμα) θηλυκό του επιθεωρητής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] επιθεωρήτρια