επιφορτίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιφορτίζω < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική charger < αρχαία ελληνική ἐπιφορτίζω (παραφορτώνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επιφορτίζω

  1. αναθέτω, συνήθως την ευθύνη για τη διεκπεραίωση κάποιας εργασίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]