Μετάβαση στο περιεχόμενο

ευτυχισμός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: εὐτυχισμός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ευτυχισμός οι ευτυχισμοί
      γενική του ευτυχισμού των ευτυχισμών
    αιτιατική τον ευτυχισμό τους ευτυχισμούς
     κλητική ευτυχισμέ ευτυχισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ευτυχισμός < ευτυχίζω + -μός[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.fti.çiˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ευτυχισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ευτυχισμός αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]