ημιεπεξεργαστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ημιεπεξεργαστής οι ημιεπεξεργαστές
      γενική του ημιεπεξεργαστή των ημιεπεξεργαστών
    αιτιατική τον ημιεπεξεργαστή τους ημιεπεξεργαστές
     κλητική ημιεπεξεργαστή ημιεπεξεργαστές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημιεπεξεργαστής < ημι- + επεξεργαστής ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική semiprocessor)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.mi.ε.pε.ksεɾ.ɣa.ˈstis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ημιεπεξεργαστής αρσενικό

  • (υλικό υπολογιστή) τύπος επεξεργαστή που χρησιμοποιείται σε υπολογιστικά συστήματα ή άλλες συσκευές
    ※  Η τελευταία είναι η μεγαλύτερη κατασκευάστρια τηλεοράσεων, έξυπνων κινητών και ημιεπεξεργαστών στον κόσμο και αντιστοιχεί στο 70% των εσόδων του ομίλου. (*)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]