θεοσύνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θεοσύνη
γενική θεοσύνης
αιτιατική θεοσύνη
κλητική θεοσύνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

(θρησκεία), (μεταφυσική)
η θεοσύνη (en) θηλυκό μόνο στον ενικό
ο πληθυντικός «οι θεοσύνες» είναι δημώδης και ενίοτε σημαίνει θρησκοληψία (πχ. κόψε τις θεοσύνες)

  1. η θεία φύση
  2. η θέωση
  3. (ορθοδοξία) η χάρη του Αγίου Πνεύματος (οι πιστοί γράφουν Χάρη με κεφαλαίο το αρχικό/πρώτο γράμμα «Χ»), η χάρη που πηγάζει από το Άγιο Πνεύμα, η Θεία Χάρη
    • το να νιώθει κανείς ότι τον διακατέχει ο θεός, το να νιώθει κανείς ότι «έχει τον θεό μέσα του»


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]