ιχθυοφαγία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ιχθυοφαγία θηλυκό
- το να τρέφεται κανείς κυρίως ή μόνο με ψάρια για κάποια χρονική περίοδο
- ※ Η νηστεία ξεκινά στις 15 Νοεμβρίου και ολοκληρώνεται ανήμερα της εορτής των Χριστουγέννων. Τις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα εκτός Τετάρτες και Παρασκευές επιτρέπεται η ιχθυοφαγία και η κατάλυση οίνου και ελαίου. Μετά την εορτή του Αγίου Σπυρίδωνα καταργείται η ιχθυοφαγία και συνεχίζει η κατάλυση οίνου και ελαίου στις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα εκτός Τετάρτης και Παρασκευής που είναι αυστηρή νηστεία. (Η Νηστεία ως τρόπος ζωής, Ιερά Μητρόπολις Κυτίου, ανακτήθηκε 8/5/2026 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ιχθυοφαγία
|