καπλάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈpla.ni/


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καπλάνι τα καπλάνια
      γενική του καπλανιού των καπλανιών
    αιτιατική το καπλάνι τα καπλάνια
     κλητική καπλάνι καπλάνια
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπλάνι < τουρκική kaplan

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπλάνι ουδέτερο

  • (ζωολογία) είδος αιλουροειδούς, πιθανόν τίγρη ή λεοπάρδαλη. Ο όρος είναι περισσότερο αόριστος και μπορεί να περιγράφει διαφορετικό ζώο ανά περίπτωση.
    Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε στο δάσος ένας τίγρης, ένα καπλάνι όπως το λένε στο νησί μας. (Άλκη Ζέη, Το καπλάνι της βιτρίνας, Αθήνα 1963)

====Συνώνυμα==== Καπλάνι, Τσαγκανόλυκος η Λύγκας, Ρήσσος στα Χαλκιδικιώτικα, πιθανά ζούσε και σε κοντινά με την Μακεδονία νησιά όπως Σαμοθράκη και Λήμνο. Τα τελευταία χρόνια έχουμε αρκετές σχετικά, συναντήσεις κυνηγών και υλοτόμων με Λύγκες στην οροσειρά της Ροδόπης και την ορεινή Χαλκιδική. Είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτός από τους ανθρώπους και τα κυνηγόσκυλα κυρίως επειδή είναι αιλουροειδές άρα σιωπηλός θηρευτής αλλά και επειδή κινείται και ενεδρεύει συνήθως πάνω στα δέντρα. Γίνεται αντιληπτός μόνο κατά το νυχτερινό ερωτικό του κάλεσμα(βρυχηθμό) τον Φεβρουάριο και όταν μαζεύει τα μικρά του.


https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%82

https://www.tovima.gr/2011/02/20/society/o-fantomas-twn-ellinikwn-boynwn/

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη τίγρη